ἑρμήνευσα

ἑρμηνεύω
interpret
aor ind act 1st sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑρμηνευσάσης — ἑρμηνευσά̱σης , ἑρμηνεύω interpret aor part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνεύσας — ἑρμηνεύσᾱς , ἑρμηνεύω interpret aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνεύσασα — ἑρμηνεύσᾱσα , ἑρμηνεύω interpret aor part act fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνεύσασι — ἑρμηνεύσᾱσι , ἑρμηνεύω interpret aor part act masc/neut dat pl (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμηνεύσασιν — ἑρμηνεύσᾱσιν , ἑρμηνεύω interpret aor part act masc/neut dat pl (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερμηνεύω — ερμηνεύω, ερμήνευσα βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.